1000012169.jpg

Text

ΡΑΨΩΔΙΑ α. σύνοψη
Η Αθηνά στέκει στην Ιθάκη και συμβουλεύει τον Τηλέμαχο (98-333). Έρχεται η Ηρωλόδη
Ο Τηλέμαχος αποφασίζει (334-454)

Η Αθηνά έδεσε τα χρυσά σαντάλια της, πήρε το χάλκινο δόρυ της και κατέβηκε απ' την κορυφή του Ολύμπου στην Ιθάκη.

Έξω από το παλάτι του Οδυσσέα μεταμορφώθηκε στον αρχηγό των Ταφιωτών το Μέντη. Μέσα οι μνηστήρες, φιλόδοξοι νέοι άντρες που θέλανε να παντρευτούν την Πηνελόπη, τρώνε και πίνουνε και περιμένουν την απόφασή της. Ανάμεσά τους τριγυρίζει λυπημένος ο Τηλέμαχος.

Όταν είδε τον ξένο που στεκόταν στην πόρτα, πήγε κοντά του και τον κάλεσε να περάσει μέσα. Τον οδήγησε παράμερα, να μη βλέπει και ακούει αυτά που κάνανε οι μνηστήρες:
- Ξένε, του λέει, αυτοί οι χαραμοφάηδες τρώνε το βιος του πατέρα μου που χάθηκε στον πόλεμο. Πες μου όμως ποιος είσαι; Από πού έρχεσαι; Μήπως έχεις ακούσει τίποτα για τον Οδυσσέα;
- Ο πατέρας σου δεν πέθανε, αλλά κάπου μακριά ανάμεσα στη θάλασσα είναι αποκλεισμένος. Δε θ' αργήσει να γυρίσει, γιατί σκαρφίζεται πολλά. Είμαι ο Μέντης, φίλος από παλιά και σα ίσα ήρθα να τον συναντήσω, γιατί άκουσα πως είναι εδώ. Μα ποιοι είναι αυτοί που με τόση αναίδεια τρώνε, χορεύουνε και κυνηγάν τις σκλάβες.
- Είναι οι γείτονες-γαμπροί που θέλουνε τη μάνα μου και την περιουσία της. Εκείνη δε θέλει να αρνηστεί, γιατί ακόμα ελπίζει στο γυρισμό του Οδυσσέα. Τους λέει πως θα πάρει την απόφαση όταν τελειώσει αυτό που υφαίνει στον αργαλειό. Όλη τη μέρα υφαίνει και το βράδυ το ξηλώνει.

- Καημένο παιδί, τι είναι αυτά που τραβάς. Πρέπει όμως να μ' ακούσεις: Θα καλέσεις αύριο όλους τους μνηστήρες να τους πεις να τα μαζέψουν και να πάνε σπίτια τους. Η μάνα σου, αν θέλει να ξαναπαντρευτεί, ας γυρίσει στον πατέρα της, όχι εδώ μέσα που είναι το σπίτι του Οδυσσέα. Εσύ ν' αρματώσεις ένα καράβι και να πας στην Πύλο. Εκεί θα βρεις το γερο-Νέστορα που έφυγε μαζί με τον πατέρα σου απ' την Τροία. Κάτι θα ξέρει να σου πει. Μετά πήγαινε στη Σπάρτη, στο βασιλιά Μενέλαο που έφτασε τελευταίος από τους αρχηγούς. Αν ακούσεις πως ζει, περίμενε. Αλλιώς, πάρε τις ευθύνες σου. Δεν είσαι πια παιδί

Αυτά του είπε και έφυγνε πετώντας σαν πουλί στον ουρανό. Ο Τηλέμαχος κατάλαβε πως είχε να κάνει με την Αθηνά και πήρε πολύ κουράγιο.

Μέσα το γλέντι συνεχίζανε τρικούβερτο. Στη μέση είχαν βάλει τον τραγουδιστή Φήμιο που διηγιόταν τον πόλεμο της Τροίας.
Φάνηκε ψηλά στη σκάλα η Πηνελόπη με δυο παραδούλες κι όλοι οι μνηστήρες θαμπώθηκαν.

- Φήμιε, φτάνει, δε θέλω ν' ακούω άλλο αυτό το τραγούδι. Μου φέρνει δάκρυα, γιατί θυμάμαι τον άντρα μου που σαν αυτόν δε θα βρεθεί άλλος.
Ο Τηλέμαχος έκανε ένα βήμα μπρος και είπε στη μητέρα του:
- Γύρισε εσύ στο δωμάτιο σου, μάνα, κι εγώ θα βάλω τάξη εδώ μέσα. Απόψε όλοι θα φάτε και θα πιείτε, από αύριο όμως ο καθένας στο σπίτι του. Αν πάλι νομίζετε πως είναι τίμιο να ξοδεύετε το ξένο βιος, τότε με γεια σας με χαρά σας, αλλά κινδυνεύει το κεφάλι σας.

Μ' έκπληξη άκουσαν τον Τηλέμαχο οι μνηστήρες, αλλά τίποτα δεν τους χαλάει το κέφι. Άνθρωποι αναίσθητοι, όλο θράσος. Συνέχισαν το γλέντι τους.

Ο Τηλέμαχος πήγε να κοιμηθεί. Πίσω του τον ακολούθησε η Ευρύκλεια, που απ' τα χρόνια του παππού του δούλευε στο σπίτι και τον είχε μεγαλώσει. Του φώτιζε να χυθεί. Καθισε στο κρεβάτι του, έβγαλε το χιτώνα και η πιστή γερόντισσα τον δίπλωσε και τον άφησε κοντά του. Βγήκε, έπειτα τράβηξε το σύρτη κι έκλεισε πίσω της την πόρτα. Ο Τηλέμαχος δεν είχε ύπνο. Συλλογιζόταν το ταξίδι.